
ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 2007
ΕΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ
ΟΜΙΛΗΤΗΣ Δρ. ΕΥΘΥΜΗΣ ΛΕΚΚΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
ΔΥΝΑΜΙΚΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Οι εκτεταμένες πυρκαγιές του καλοκαιριού αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλης κλίμακας καταστροφικό γεγονός που έπληξε τον Ελλαδικό χώρο με τεράστιες επιπτώσεις στο περιβάλλον και ανυπολόγιστες συνέπειες στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα.
Συνολικά:
Οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν σε 65.
Τα κατεστραμμένα χωριά είναι 160.
Ο αριθμός ανθρώπων που υπέστησαν βλάβη είναι μεγαλύτερος από 500.000.
Το συνολικό κόστος απωλειών υπολογίζετε σε 3,5 Δις. Ευρώ.
Το συνολικό κόστος επιχειρήσεων υπολογίζετε σε 600 Εκατ. Ευρώ.
Η συνολική καμένη έκταση ανέρχεται σε 1.785.000 στρέμματα, από τα οποία είναι:
· 56% Δάση και Φυσικές εκτάσεις.
· 42% Γεωργικές Καλλιέργειες.
· 2% Διάφορες επιφάνειες (οικισμοί, δρόμοι, γήπεδα, κλπ).
Περισσότερα από 300.000 στρέμματα βρίσκονταν σε προστατευόμενες φυσικές περιοχές του δικτύου Natura 2000. Ειδικότερα:
· Καϊάφας: 7.600 στρέμ. (22% προστατευόμενης περιοχής).
· Ολυμπία: 670 στρέμ. (21% προστατευόμενης περιοχής).
· Οροπέδιο Φολόης: 30.000 στρέμ. (30% προστατευόμενης περιοχής).
· Όρος Ταϋγετος: 86.500 στρέμ. (17% προστατευόμενης περιοχής).
· Όρος Πάρνωνας: 45.000 στρέμ. (8% προστατευόμενης περιοχής).
· Φαράγγι Βουραϊκού:6.370 στρέμ. (29% προστατευόμενης περιοχής).
· Όρος Μπαρμπάς, Φαράγγι Σελινούντα: 30.480 στρέμ. (51% προστατευόμενης περιοχής).
Πρόκειται για την τέταρτη μεγαλύτερη από άποψη θυμάτων δασική πυρκαγιά σε παγκόσμιο επίπεδο και την τρίτη μεγαλύτερη καταστροφή της Πελοποννήσου στην ιστορία της, μετά τον σεισμό που εκδηλώθηκε περί τον 5π.Χ. αιώνα και τα γνωστά γεγονότα της Ορλοφικής περιόδου.
Η χαρακτηριστική ιδιομορφία των πρόσφατων πυρκαγιών δεν συντέλεσε μόνο στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος με την καταστροφή του δασικού πλούτου, αλλά αποτέλεσε και το κυρίαρχο αίτιο μιας συνολικής περιβαλλοντικής καταστροφής, ενός ολοκαυτώματος, συντελώντας στην υποβάθμιση όλων των βασικών παραμέτρων που συνιστούν την έννοια του περιβάλλοντος. Οι συνέπειες εκδηλώνονται όχι μόνο στις πληγείσες περιοχές αλλά εξαπλώνονται και επιδρούν στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο, άμεσα, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Ειδικότερα, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις αφορούν και τα τέσσερα στοιχεία του περιβάλλοντος, τον αέρα, το έδαφος, το υπέδαφος και το υδάτινο στοιχείο.
Στην ατμόσφαιρα, για παράδειγμα, τα προβλήματα μεταξύ των άλλων αφορούν στις διαφοροποιήσεις στο μακροκλίμα και στο μικροκλίμα, τις βροχοπτώσεις και την ξηρασία, τους θυελλώδεις ανέμους και την άπνοια, την υψηλή θερμοκρασία το καλοκαίρι και τον παγετό το χειμώνα, την ρύπανση του αέρα και την υποβάθμιση της ποιότητάς του.
Στο έδαφος η έντονη διάβρωση, η απογύμνωση, η αποσάθρωση, η απώλεια καλλιεργήσιμης γης, η μεταφορά λάσπης, η μόλυνση των επιφανειακών νερών, η υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους, τα πλημμυρικά φαινόμενα, η αστάθεια των εδαφικών μαζών, οι κατολισθήσεις, η αυξημένη στερεοπαροχή και τέλος τα φαινόμενα ερημοποίησης θα αλλάξουν συνολικά την εικόνα της περιοχής.
Στο υπέδαφος, τα προβλήματα είναι μη ορατά αλλά σημαντικά. Η μείωση των υπόγειων αποθεμάτων νερού, η υποβάθμισή της ποιότητάς τους, οι υφαλμυρώσεις ακόμα και οι έντονες γεωτεκτονικές ανακατατάξεις θα συμβάλλουν καθοριστικά στην περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Τέλος, στο υδάτινο στοιχείο, στους ποταμούς, στις λίμνες και στην θάλασσα, οι αρνητικές μεταβολές θα είναι ιδιαίτερα έκδηλες, δεδομένου ότι αποτελούν αποδέκτες όλων των αρνητικών επιπτώσεων που δέχθηκαν ο αέρας, το έδαφος και το υπέδαφος. Ειδικότερα η μόλυνση των ποταμών από ρυπαντές των υπολειμμάτων της καύσης, αλλά και οι μεγάλες στερεοπαροχές, θα μεταφερθούν στο θαλάσσιο χώρο, καταστρέφοντας το οικοσύστημα και διαφοροποιώντας των πυθμένα και τις ακτογραμμές των εκβολών και των δέλτα. Πρόσθετα, περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως η λίμνη του Καϊάφα θα επηρεασθούν σημαντικά.
Η περιβαλλοντική υποβάθμιση στον αέρα, στο έδαφος, στο υπέδαφος και στο υδάτινο στοιχείο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καταστροφή της κιβωτού, μέσα στην οποία υφίσταται η πανίδα και η χλωρίδα, δηλαδή η ίδια η ζωή.
Από τις εξειδικευμένες έρευνες που έχουν γίνει στην πληγείσα περιοχή, σε ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα:
α. Τα πλημμυρικά φαινόμενα θα είναι ιδιαίτερα έντονα και μεγάλων διαστάσεων εάν υπάρχουν ισχυρές βροχοπτώσεις. Οι κλασικές μέθοδοι αντιμετώπισης δεν θα αποδώσουν, ενώ πρόσθετα είναι πολύ δύσκολη η προσέγγιση μέσα από κλασικές μελέτες για τον σχεδιασμό αντιπλημμυρικών έργων.
β. Τα κατολισθητικά φαινόμενα αποτελούν ένα σημαντικότατο κίνδυνο. Συγκεκριμένα, έχουν καταγραφεί πάνω από 400 κατολισθήσεις μέσα σε οικισμούς, σε οδικά δίκτυα, σε έργα υποδομής και αρχαιολογικούς χώρους. Πενήντα από αυτά χρήζουν έργων αντιμετώπισης άμεσα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χρήζει η μεταφορά οικισμών ή τμημάτων αυτών.
γ. Τα φαινόμενα διαβρώσεων θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα απογύμνωσης των εδαφών και θα συντελέσουν στην δραματική μείωση της καλλιεργήσιμης γης.
δ. Τα φαινόμενα ερημοποίησης θα επιταχυνθούν και ένα τμήμα της περιοχής θα ερημοποιηθεί οριστικά, αντανακλώντας και συντελώντας στην υποβάθμιση όλων των περιβαλλοντικών παραμέτρων.
ε. Τα υπολείμματα των καύσεων θα μολύνουν τους υπόγειους υδροφορείς. Αντιμετωπίζονται ήδη μεγάλα προβλήματα τόσο στην ποιότητα των νερών, όσο και στην ποσότητα. Ειδικότερα, η παρουσία αυξημένων συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων, θα πρέπει να εξετασθεί με προσοχή.
Στον τομέα του μετακαταστροφικού σταδίου διαχείρισης της καταστροφής, μεταξύ των άλλων, επισημαίνονται τα ακόλουθα:
· Η πληγείσα περιοχή είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η παρέμβαση σε όλη την έκτασή της. Επομένως πρέπει να γίνουν επιλογές τμημάτων με παράλληλη στόχευση των δράσεων, προκειμένου να υπάρχει η μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Εκ των προτέρων δηλαδή, πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι οι δράσεις μας είναι ελάχιστες σε σχέση με τις απαιτήσεις προς κάθε κατεύθυνση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι δράσεις είναι χωρίς νόημα.
· Τα αντιδιαβρωτικά έργα γίνονται ως επί τω πλείστον με λάθος μέθοδο και σε ακατάλληλες περιοχές και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα, ενώ άλλες περιοχές με μεγάλο δυναμικό διάβρωσης παραμένουν απροστάτευτες.
· Σε πολλές περιπτώσεις κόβονται δέντρα, τα οποία είναι δυνατό να ανακάμψουν καθώς δεν έχουν καεί ολοσχερώς, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έστω και καμένα μπορούν να συγκρατήσουν σε έντονες βροχοπτώσεις, το έδαφος και καταπτώσεις βραχωδών τεμαχών.
· Τέλος, στον τομέα της διαχείρισης της βοήθειας, έχουν παρατηρηθεί εικόνες που υποβιβάζουν το επίπεδο του πολιτισμού μας και την αξιοπρέπεια των πληγέντων κατοίκων. Το κύριο αίτιο οφείλεται στο γεγονός ότι οι τοπικοί φορείς και κυρίως η αυτοδιοίκηση, η εκκλησία κλπ, δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν με επαρκή τρόπο την προσφερόμενη βοήθεια.
Τέλος επισημαίνεται ότι θα πρέπει να ληφθεί απόφαση χαρακτηρισμού της Ηλείας ως περιοχής Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων, σύμφωνα με την ειδική νομοθεσία (άρθρο 11 Νόμος 2742/99) και να γίνει Ειδικός Χωροταξικός Σχεδιασμός σε επίπεδο Νομού.